Μπορεί να σας φανεί περίεργο, όμως αυτό το παράξενο όχημα, με την ονομασία Antarctic Snow Cruiser, κατασκευάστηκε το 1939 και διέθετε υβριδική τεχνολογία και ηλεκτροκίνηση.

Κατασκευασμένο για την «Τρίτη Αποστολή της Ανταρκτικής Byrd», μια επιχείρηση που προφανώς ήταν επιτυχής αλλά δεν έτυχε ευρείας δημόσιας αναγνώρισης λόγω της έκρηξης των εχθροπραξιών τα χρόνια πριν από την είσοδο των Ηνωμένων Πολιτειών στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Snow Cruiser σύντομα ονομάστηκε «Big Bertha» από τους άνδρες που το χειρίστηκαν.
Σχεδιασμένο από τον Δρ. Thomas C. Poulter του Research Foundation of Armor Institute of Technology, η αποστολή του οχήματος ήταν να επιτρέψει την εξερεύνηση και τη χαρτογράφηση ορισμένων από τα τέσσερα εκατομμύρια αχαρτογράφητα μίλια της ηπείρου της Ανταρκτικής. Για να αντέξει τις σκληρότητες της Ανταρκτικής, δόθηκε μεγάλη προσοχή στην επιλογή των βασικών υλικών για την κατασκευή του, όπως το ισχυρό αλλά ελαφρύ ατσάλινο πλαίσιο.
Η κατασκευή του ολοκληρώθηκε στις εγκαταστάσεις του Pullman στο Σικάγο του Ιλινόις, είχε καταλύματα για τέσσερα άτομα, μαγειρείο, σκοτεινό θάλαμο, αποθήκη τροφίμων, μηχανουργείο, δύο εφεδρικά ελαστικά και δεξαμενές καυσίμων για να μπορεί να καλύψει απόσταση 5.000 μιλίων. Χαρακτηρίστηκε ως «το μεγαλύτερο μηχανοκίνητο όχημα που κατασκευάστηκε ποτέ» με μήκος 17 μέτρα, πλάτος 5 μέτρα και ύψος επίσης 5 μέτρα.
Περιλάμβανε επίσης διατάξεις για την εξωτερική τοποθέτηση στο επάνω μέρος ενός διπλάνου Beechcraft Model 17 Staggerwing, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως προηγμένη μονάδα ανίχνευσης κατά τη διάρκεια της αποστολής.

Αυτό όμως που εντυπωσιάζει, είναι πως το όχημα αυτό είχε ένα σύστημα κίνησης που δεν θα μπορούσε κάποιος να διανοηθεί για την εποχή. Ένα ζευγάρι εξακύλινδρων κινητήρων ντίζελ Cummins τροφοδοτούσε ένα ζεύγος γεννητριών πετρελαίου της General Electric, οι οποίες με τη σειρά τους οδηγούσαν τέσσερις ξεχωριστούς ηλεκτροκινητήρες General Electric, έναν στην πλήμνη κάθε τεράστιου τροχόυ διαμέτρου 3 μέτρων και βάρους 340 κιλών ο καθένας. Έτσι δεν υπήρχε η ανάγκη χρήσης σύνθετων μεταξονίων και κιβωτίου ταχυτήτων, καθιστώντας το πιο αξιόπιστο. Ένα υβριδικό/ηλεκτρικό σύστημα κίνησης εν έτει 1939 !!!
Για την αντιμετώπιση των χαμηλών θερμοκρασιών, ψυκτικό υγρό από τους κινητήρες κυκλοφορούσε στην καμπίνα των επιβατών, καθώς επίσης και στους τροχούς. Η κατασκευή του ολοκληρώθηκε σε διάστημα 11 εβδομάδων μετά την απόφαση να χρησιμοποιηθεί στην αποστολή, παρά το ότι ο σχεδιασμός του είχε ξεκινήσει από το 1937. Αυτό δεν άφησε πολλά περιθώρια για δοκιμές, προτού ξεκινήσει οδικώς από το Σικάγο για τη Βοστώνη, όπου και θα φορτωνόταν σε πλοίο με προορισμό την Αμερικανική βάση στην Ανταρκτική. Μιλάμε για μια απόσταση περίπου 2.580 χιλιομέτρων, στην οποία το όχημα θα δοκιμαζόταν και για την αξιοπιστία του.

Παρ’ όλα αυτά όμως, η διαδρομή δεν αποδείχθηκε ομαλή. Σύντομα το όχημα κόλλησε λόγω κακοκαιρίας σε λάσπη, και χρειάστηκαν 3 ημέρες για να καταφέρουν να το βγάλουν από το χαντάκι και να συνεχίσει την πορεία του προς Βοστώνη. Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα, ήταν η διαπίστωση του πόσο αργά μπορούσε να κινηθεί το όχημα. Ήταν υπολογισμένο να κινείται με 48 χλμ/ώρα, όμως με το ζόρι έπιανε τα 16 χλμ/ώρα. Οι ηλεκτροκινητήρες είχαν απόδοση 75 ίππους ο καθένας, και για να κινηθεί το 37 τόννων όχημα, αντιστοιχούσαν 8 ίπποι/τόνο !!! Και φυσικά, με τέτοια ταχύτητα, από όπου περνούσε δημιουργούσε τεράστια προβλήματα στην κυκλοφορία, με αποκορύφωμα ένα μποτιλιάρισμα 70.000 αυτοκινήτων πριν την Βοστώνη. Και ενώ αρχικά είχε υπολογιστεί ότι χρειάζονταν 8 ημέρες για τη διαδρομή Σικάγο – Βοστώνη, τελικά πέρασαν σχεδόν 3 εβδομάδες.
Στις 15 Νοεμβρίου 1939, ξεκίνησε το ταξίδι του για την Ανταρκτική. Οι διαστάσεις του αποτέλεσαν και αυτές πρόβλημα, καθώς το τμήμα της ουράς προεξείχε τόσο μακριά από την πλευρά του πλοίου που έπρεπε να αποκοπεί και να επανατοποθετηθεί μετά την άφιξη.

Με την άφιξή της αποστολής και του οχήματος στην Ανταρκτική, διαπιστώθηκαν και άλλα προβλήματα σχετιζόμενα με την βιαστική κατασκευή του. Καθώς ήταν η πρώτη φορά που το όχημα ερχόταν σε επαφή με χιόνι, και σε συνδυασμό με την χαμηλή απόδοση ισχύος, πρόβλημα αποτέλεσαν και οι λείοι τροχοί, οι οποίοι δεν είχαν καθόλου πρόσφυση στο χιόνι. Για να ξεπεράσουν αυτό το πρόβλημα, τοποθέτησαν αλυσίδες στους πίσω τροχούς, και διπλασίασαν τους μπροστινούς χρησιμοποιώντας τους εφεδρικούς. Χωρίς όμως αποτέλεσμα, καθώς το πρόβλημα είχε τις ρίζες του στην κακή κατανομή του βάρους του οχήματος. Η μόνη πιθανή λύση ήταν το όχημα να κινηθεί με την όπισθεν, και σε δοκιμή που έκαναν, κατάφερε να διανύσει μια κυκλική απόσταση 148 χιλιομέτρων γύρω από τη βάση. Το να πραγματοποιήσεις όμως με μικρότερη ταχύτητα και με όπισθεν όλη την διαδρομή μέχρι το Νότιο Πόλο έμοιαζε ακατόρθωτο.
Πάρθηκε λοιπόν η απόφαση να το σταθμεύσουν και να το χρησιμοποιήσουν ως εργαστήριο. Από την άφιξή του μέχρι τις αρχές του 1941, το Snow Cruiser ανίχνευσε με επιτυχία σημεία της παγωμένης ηπείρου που δεν είχαν ξαναδεί. Το πλήρωμά του συγκέντρωσε δεδομένα, πραγματοποίησε τις πρώτες σεισμικές δοκιμές και αντιμετώπισε μια σειρά από οδυνηρές εμπειρίες.

Καθώς η αποστολή πλησίαζε στο τέλος της, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος απέκλεισε οποιαδήποτε περαιτέρω χρηματοδότηση για επιχειρήσεις και το Snow Cruiser αφέθηκε στη βάση της Μικρής Αμερικής. Η τελευταία φορά που εθεάθη το Snow Cruiser ήταν το 1958, αφού πρώτα το ξέθαψαν από μερικά μέτρα χιόνι. Μέχρι σήμερα αγνοείται η τύχη του, μπορεί να είναι καλυμμένο με στρώσεις πάγου ή ακόμη και να έχει καταλήξει στον πάτο του ωκεανού. Αλλά όποια κι αν ήταν η κατάληξή του, δεν παύει να ήταν μια υπέροχη μηχανή.
Βιντεο






